Η συζήτηση γύρω από τις οικονομικές συνέπειες ενός πολέμου συνήθως ξεκινά από το μέγεθος των αναταράξεων στις αγορές. Στην πραγματικότητα, όμως, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι τόσο το μέγεθος των αρχικών σοκ όσο το εύρος του πολέμου, τόσο χωρικά όσο και χρονικά. Δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, πόσο θα διαρκέσει και πόσες χώρες θα εμπλακούν άμεσα ή έμμεσα.
Της Φωτεινής Τσιρίδου
Βουλευτής Λεμεσού
Οι αγορές λειτουργούν πρωτίστως με βάση τις προσδοκίες. Αν η διεθνής οικονομική κοινότητα εκτιμήσει ότι η σύγκρουση γύρω από το Ιράν θα παραμείνει περιορισμένη χρονικά και γεωγραφικά, είναι πιθανό να την απορροφήσει σχετικά ανώδυνα. Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι επενδυτές τείνουν να αντιμετωπίζουν την κρίση ως ένα προσωρινό γεωπολιτικό σοκ, το οποίο δεν μεταβάλλει ουσιαστικά τη (μεσο)μακροπρόθεσμη πορεία της παγκόσμιας οικονομίας. Σε αυτή την περίπτωση, ακόμη και οι κεντρικές τράπεζες είναι πιθανό να επιλέξουν στάση αναμονής ως προς τη νομισματική πολιτική. Οι αυξήσεις επιτοκίων θα μπορούσαν να καθυστερήσουν, εφόσον θεωρηθεί ότι η όποια άνοδος τιμών, κυρίως στην ενέργεια, είναι παροδική.
Η εικόνα αλλάζει εάν διαμορφωθεί η εκτίμηση ότι η σύγκρουση αποκτά ευρύτερα και πιο μόνιμα χαρακτηριστικά. Τότε η οικονομική δυναμική μεταβάλλεται σε πολλά επίπεδα. Τα νοικοκυριά γίνονται πιο επιφυλακτικά και αναβάλλουν σημαντικές καταναλωτικές αποφάσεις. Οι επιχειρήσεις καθυστερούν επενδύσεις, περιμένοντας μεγαλύτερη ορατότητα. Και οι κεντρικές τράπεζες ενδέχεται να κινηθούν πιο επιθετικά ως προς τα επιτόκια, προκειμένου να περιορίσουν πληθωριστικές πιέσεις που θα μπορούσαν να προκύψουν από την άνοδο του ενεργειακού κόστους ή από διαταραχές στο εμπόριο. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ανάπτυξη επιβραδύνεται. Η αβεβαιότητα λειτουργεί ως αόρατος φόρος στην οικονομική δραστηριότητα.
Η πραγματικότητα σήμερα στην πολιτική και την οικονομία
Ήδη τα πρώτα σημάδια αυτής της δυναμικής αρχίζουν να γίνονται ορατά στις διεθνείς αγορές. Παρατηρείται διεύρυνση των spreads σε ορισμένα ομόλογα, ενώ ενισχύονται τα λεγόμενα «ασφαλή καταφύγια». Τα αμερικανικά και ελβετικά ομόλογα, καθώς και ο χρυσός, συγκεντρώνουν αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον – μια κλασική ένδειξη ότι μέρος της αγοράς επιλέγει την ασφάλεια έναντι της απόδοσης. Το επόμενο κρίσιμο στοιχείο θα είναι αν θα δούμε εκτεταμένη φυγή κεφαλαίων από αγορές των χωρών που εμπλέκονται στον πόλεμο.
Παράλληλα, οι πολιτικές εξελίξεις στο εσωτερικό του Ιράν στέλνουν μηνύματα προς τις αγορές. Η εκλογή νέας ανώτατης ηγεσίας στη χώρα δημιουργεί επιπλέον αβεβαιότητα για τη διάρκεια και την πολιτική διαχείριση της σύγκρουσης. Οι αγορές δεν αξιολογούν μόνο τα στρατιωτικά δεδομένα, αλλά και τη βούληση των πολιτικών ηγεσιών για αποκλιμάκωση.
Συγκρατημένη αισιοδοξία που ακόμη διαρκεί
Παρά τις ανησυχίες, υπάρχουν και ορισμένοι λόγοι συγκρατημένης αισιοδοξίας.
Πρώτον, η παγκόσμια οικονομία έχει αποδείξει τα τελευταία χρόνια ότι διαθέτει αυξημένη ανθεκτικότητα απέναντι σε πολλαπλά σοκ. Μόλις την προηγούμενη χρονιά απορροφήθηκαν σχετικά ανώδυνα μια σειρά από σημαντικές αναταράξεις: εμπορικές εντάσεις και δασμοί, η συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία, τοπικές πολεμικές συρράξεις στην Ασία, αλλά και η επίθεση στο Ιράν το καλοκαίρι του 2025. Το γεγονός ότι η διεθνής οικονομία κατάφερε να διατηρήσει ρυθμούς ανάπτυξης μέσα σε ένα τόσο σύνθετο περιβάλλον δείχνει ότι τα συστήματα προσαρμογής έχουν ενισχυθεί.
Ένας βασικός λόγος είναι η αναδιάταξη των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων, η οποία επιταχύνθηκε μετά την πανδημία. Οι επιχειρήσεις έχουν πλέον περισσότερες εναλλακτικές πηγές προμήθειας και παραγωγής, γεγονός που επιτρέπει στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα να απορροφά κραδασμούς πιο αποτελεσματικά. Με έναν παράδοξο τρόπο, αυτό αποτελεί και ένα από τα θετικά αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης.
Δεύτερον, η παγκόσμια οικονομία εισήλθε σε αυτή τη νέα κρίση από σχετικά ισχυρή αφετηρία. Δείκτες όπως η βιομηχανική παραγωγή και η απασχόληση παρέμεναν σε υψηλά επίπεδα σε πολλές μεγάλες οικονομίες μέχρι πρόσφατα. Με απλά λόγια, το διεθνές οικονομικό σύστημα είχε ακόμη «καύσιμο» για να απορροφήσει ένα νέο σοκ.
Τρίτον, η εξάρτηση της παγκόσμιας οικονομίας από το πετρέλαιο είναι σήμερα σαφώς μικρότερη σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες. Η ενεργειακή αποδοτικότητα έχει βελτιωθεί σημαντικά, ενώ η σταδιακή διαφοροποίηση προς άλλες μορφές ενέργειας μειώνει την ευαισθησία της οικονομικής δραστηριότητας σε ενεργειακές κρίσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι τιμές της ενέργειας δεν επηρεάζουν την οικονομία, αλλά η συστημική εξάρτηση είναι μικρότερη.
Ωστόσο, υπάρχει ένα σαφές όριο στην αισιοδοξία. Το κρίσιμο σημείο θα είναι αν η σύγκρουση επεκταθεί σε ενεργειακές υποδομές της ευρύτερης περιοχής (διυλιστήρια ή σημαντικές παραγωγικές εγκαταστάσεις σε χώρες γύρω από το Ιράν). Ακόμη και αν ο πόλεμος τερματιστεί σχετικά γρήγορα, η καταστροφή τέτοιων υποδομών θα μπορούσε να καθυστερήσει σημαντικά την επιστροφή στην κανονικότητα, καθώς η αποκατάσταση της παραγωγής ενέργειας απαιτεί χρόνο και μεγάλα κεφάλαια.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Κύπρο
Η κυπριακή οικονομία είναι ιδιαίτερα ανοιχτή και διασυνδεδεμένη με τις διεθνείς ροές κεφαλαίων και υπηρεσιών. Σε ένα αρνητικό σενάριο κλιμάκωσης, οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να είναι αισθητές.
Πρώτον, η ισχυρή εξάρτηση από τον τουρισμό σημαίνει ότι οποιαδήποτε γεωπολιτική αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου μπορεί να επηρεάσει τις τουριστικές ροές. Οι ταξιδιωτικές αποφάσεις είναι συχνά από τις πρώτες που επηρεάζονται σε περιόδους αβεβαιότητας.
Δεύτερον, η Κύπρος βασίζεται σημαντικά και στην εισροή διεθνών κεφαλαίων. Σε περιόδους έντονης αβεβαιότητας, οι επενδυτές τείνουν να κατευθύνουν τα κεφάλαιά τους προς μεγαλύτερες και πιο ασφαλείς αγορές. Αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει πιέσεις σε ορισμένους τομείς της οικονομίας.
Τρίτον, μια πιθανή άνοδος των διεθνών τιμών ενέργειας και μεταφορών θα μεταφερόταν αναπόφευκτα και στις τιμές αγαθών και υπηρεσιών στο εσωτερικό της χώρας, επηρεάζοντας το κόστος ζωής.
Υπάρχει όμως και το θετικό σενάριο: η κρίση να παραμείνει περιορισμένη και η παγκόσμια οικονομία να συνεχίσει να λειτουργεί με σχετική κανονικότητα. Σε αυτή την περίπτωση, το βασικό ερώτημα για την Κύπρο δεν θα είναι τόσο το εξωτερικό σοκ, όσο η εσωτερική μας ικανότητα διαχείρισης των προκλήσεων.
Οι περίοδοι διεθνούς αβεβαιότητας αναδεικνύουν πάντοτε τη σημασία της σοβαρότητας στις πολιτικές επιλογές και της θεσμικής αξιοπιστίας.
Σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα και πιο ασταθής, η εμπιστοσύνη των αγορών και των επενδυτών δεν είναι δεδομένη. Κερδίζεται μέσα από τη συνέπεια, τη στρατηγική σκέψη και την υπεύθυνη διακυβέρνηση.
Και τελικά, σε στιγμές κρίσης, το πιο σημαντικό ερώτημα για κάθε χώρα δεν είναι μόνο τι συμβαίνει στον κόσμο γύρω της. Είναι ποιος κρατά το τιμόνι και με ποια στρατηγική.




